Αρχική Σελίδα   |    ΔΗΜΟΣ ΛΑΓΚΑΔΑ    |    ΟΙ ΔΗΜΟΙ    |    ΟΙΚΙΣΜΟΙ    |    ΑΞΙΟΘΕΑΤΑ & ΜΟΥΣΕΙΑ    |    ΣΥΛΛΟΓΟΙ    |    ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ    |    ΑΓΓΕΛΙΕΣ    |    ΔΙΑΦΗΜΙΣΤΕΙΤΕ    |    ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ
18/4/2024 08:21:16





















Επισκέπτες Online: 745


Λίστα Ενημέρωσης

Συμπληρώστε το email σας για να λαμβάνετε ενημερώσεις.






Λαογραφικές Σελίδες - Γράφει ο Τρύφωνας Τσομπάνης
26-02-2024
Λαογραφικές Σελίδες - Γράφει ο Τρύφωνας Τσομπάνης
 

Ανοίγει το Τριώδιο!!! Αποκριές και η Καθαρά Δευτέρα στο Λαγκαδά.

Η φράση «ανοίγει το Τριώδιο», είναι η φράση που θα ακουστεί πολλές φορές αυτές τις μέρες και σηματοδοτεί μια νέα περίοδο στη ζωή μας. Τι σημαίνει όμως αυτή η έκφραση;

Το ΤΡΙΩΔΙΟ είναι ένα βιβλίο της Εκκλησίας το οποίο από την Κυριακή, που λέγεται αλλιώς και «Κυριακή του Τελώνου και Φαρισαίου» το χρησιμοποιεί η εκκλησία στις ακολουθίες της μέχρι και το Μεγάλο Σάββατο. Το βιβλίο αυτό το οποίο διαβάζεται αλλά και χαρακτηρίζει κι όλη αυτή την περίοδο μέχρι το Πάσχα, ως περίοδο κατάνυξης και ετοιμασίας πνευματικής, περιέχει τροπάρια και ύμνους έχουν έναν συγκεκριμένο και κατανυκτικό περιεχόμενο, γι αυτό και λέγεται «Τριώδιον κατανυκτικόν». Σε λίγες μέρες θα ξεκινήσει η Μεγάλη σαρακοστή η οποία είναι ακόμα πιο σιωπηλή και γεμάτη κατάνυξη περίοδος. Η Κυριακή του Τελώνου και Φαρισαίου, υπογραμμίζει με το Ευαγγέλιο της ημέρας και την γνωστή περικοπή, ότι κάποτε η ζωή μας χρειάζεται μια στροφή προς τον εαυτό μας με τη βοήθεια της συγνώμης.

Αυτά όλα ως προς το εκκλησιαστικό περιεχόμενο της περιόδου αυτής. Όμως συνήθως τα πράγματα έχουν και μια άλλη κοσμική πλευρά που δεν ασπάζεται τα πρώτα. Ο Μάρτης και η άνοιξη γενικότερα ήταν και είναι περίοδοι που σηματοδοτούσαν την αλλαγή και την «εαρινή ισημερία», δηλαδή την έναρξη της άνοιξης, με ό,τι αυτό σήμαινε στη ζωή των ανθρώπων και στην ψυχολογική τους διάσταση. Οι αρχαίοι πρόγονοί μας έδιναν μεγάλη έμφαση στο ηλιοστάσιο και στις εναλλαγές των εποχών και πάντα τις υποδέχονταν με γιορτές και διονυσιασμό και όλα τα παρεπόμενα.

Αναμφίβολα οι δύο αυτές θεωρήσεις της ζωής συγκρούονταν μεταξύ τους, αλλά ο καθένας βρίσκει τη χαρά και την βιώνει με τον δικό του τρόπο επιλέγοντας αυτό που θεωρεί καλύτερο!

Δεν θα μπορούσαμε να πούμε πως ο Λαγκαδάς είχε μια ιδιαίτερη παράδοση στα αποκριάτικα έθιμα, όπως άλλες πόλεις, αλλά κρατούσε τα αυθεντικά έθιμα του τόπου, χωρίς επιμειξίες βραζιλιάνικες, όπως συμβαίνει τώρα. Οι κάτοικοι συνήθως αυτές τις μέρες τις περνούσαν ήρεμα στα τοπικά ταβερνάκια με τις υπέροχες μαντολινάτες και τους καταπληκτικούς ζουρνάδες που έρχονταν στην πόλη μας από την Τζουμαγιά ή από άλλες περιοχές, περιοδεύοντες μουσικοί, για να διασκεδάσουν τον κόσμο.

Η πόλη είχε μια καλή παράδοση στους κανταδόρους κι έτσι δεν ήταν λίγοι αυτοί που οργάνωναν τα βράδια κάποιες μαζώξεις σε ταβερνάκια ή σπίτια και διασκέδαζαν, με ελάχιστα πράγματα στο τραπέζι, πολύ κρασί και περισσότερο κέφι. Με μια κιθάρα ή ένα ακορντεόν γλεντούσε όλη η γειτονιά, ή άλλοτε πάλι έφερναν κάποιον λατερνατζή και έτσι το κέφι ζωντάνευε περισσότερο. Βέβαια τότε χωριστά γλεντούσαν οι ντόπιοι και χωριστά οι πρόσφυγες, γιατί δεν συμφωνούσαν στα μουσικά γούστα.

Μέσα στην κατοχή ο τότε Δήμαρχος Λαγκαδά Ιωάννης Παντίρης, με προσφυγική καταγωγή και μαθημένος σε γιορτές και εκδηλώσεις, χρηματοδότησε κάποιες παρέες νέων και γλεντζέδων για να διοργανώσουν το αποκριάτικο καρναβάλι. Εκεί μετείχαν όσοι από τους συμπατριώτες μας διέθεταν φαντασία και χιούμορ και έτσι εν μέσω Γερμανικής κατοχής γέλασε λίγο το χειλάκι των Λαγκαδιανών!!

Στα χρόνια μετά το ᾽55 τα πράγματα άλλαξαν γιατί οι μεικτοί γάμοι μεταξύ ντόπιων και προσφύγων, άμβλυναν και τις μουσικές αντιθέσεις. Κάποτε γινόταν και αποκριάτικοι χοροί. Έναν τέτοιο θυμάμαι που διοργάνωσε η ΑΠΕΛ στο σαλόνι της Λέσχης Αξιωματικών Λαγκαδά, και μου έμεινε ακόμα η εικόνα της στολισμένης με σερπαντίνες αίθουσας 55 χρόνια μετά.

Τα παιδιά ήταν αυτά που απολάμβαναν τις μέρες αυτές ιδιαίτερα, γιατί τους δινόταν η ευκαιρία να ετοιμάσουν τον χαρταετό, που δεν τον αγόραζαν βέβαια από το σούπερ μάρκετ, αλλά το κατασκεύαζαν μόνα τους, με ή χωρίς την βοήθεια του μπαμπά. Λίγα καλάμια ψιλοκομμένα, δεμένα με κλωστή, κόλες έγχρωμες από τον Χρυσαφίδη ή τον Μαυρίδη, ή άλλοι πάλι, για περισσότερη οικονομία, αρκούνταν στα φύλλα μιας εφημερίδας, που τα κολλούσαν με αλευρόκολλα, δηλαδή αλεύρι με νερό, και είχαμε έτοιμη την κόλλα. Η αγωνία ήταν να πετύχει το ζύγιασμα των σχοινιών και να πετύχει επίσης η ουρά. Θυμάμαι την αγωνία των μικρών αλλά και των πατεράδων, να πετύχει το έργο τους και να καταξιωθεί στους αιθέρες του Λαγκαδά.

Τότε δεν περιμέναμε να βγούμε έξω από την πόλη να πετάξουμε τον αετό, γιατί τα ηλεκτροφόρα καλώδια ήταν λίγα, αλλά και η πόλη μας είχε ένα γύρω αλάνες αρκετές για τέτοιες ιστορίες. Στους δρόμους φωνές και χαρές και οι τσιγγάνες με τα παιδιά τους περνούσαν από κάθε σπίτι και μάζευαν τα αρτύσιμα φαγητά που περίσσεψαν, ή τις πίττες που δεν καταναλώθηκαν, γιατί ξεκινούσε ήδη η σαρακοστή και δεν έπρεπε να τα βρει στο τραπέζι μας. Στα σχολεία τα παιδιά χαίρονταν τις αποκριές με το να συμμετέχουν στη σχολική γιορτή μεταμφιεσμένα, από πιερότους και κολομπίνες, μέχρι καουμπόϋδες και πριγκίπισσες, τραγουδώντας το «μας ήρθες πάλι τρελλό μας καρναβάλι, παντού τραγούδια παντού χαρά… και τη ζωή και μας την έχεις μεταβάλλει σε πανηγύρι όλο ομορφιά...» και γυρνώντας γύρω από το κοντάρι πλέκανε το γαϊτανάκι, με όλες εκείνες τις πολύχρωμες όμορφες κορδέλες. Καρναβάλια δεν είχε οργανωμένα, αλλά κάποιες παρέες είναι αλήθεια ότι κάποτε-κάποτε, ξεσήκωναν τον κόσμο στα γέλια με τα καμώματά τους.

Όμως δεν ήταν λίγες οι παρέες που μεταμφιέζονταν και επισκέπτονταν σπίτια γνωστών και φίλων προκειμένου να πάρουν μέρος στο αποκριάτικο τραπέζι το βράδυ της Κυριακής της Τυρινής, να συγχωρεθούν με τους μεγαλυτέρους, και μάλιστα κάνοντας και μετάνοια με ουρά, δηλαδή σηκώνοντας όσο μπορούσαν το ένα πόδι προς τα πίσω σαν ουρά. Όσο πιο μεγάλη η ουρά, τόσο πιο γερό το μπαξίσι. Και μετά ακολουθούσε η χάτσκα, δηλαδή, ο πλάστης που η νοικοκυρά άνοιγε τις πίττες, αποκτούσε άλλον χαρακτήρα, καθώς τον στόλιζαν με μια κορδέλα από όπου κρεμόταν ένα κομμάτι ξερού χαλβά, το οποίο ο αρχαιότερος της οικογένειας το περνούσε μπροστά από τα στόματα των συγκεντρωμένων, και ο καθένας αγωνιζόταν να το δαγκώσει στο αέρα, χωρίς να βάλει το χέρι του. Όποιος το δάγκωνε έπαιρνε σαν έπαθλο το χαλβά. Άλλοι κρεμούσαν ένα αυγό βρασμένο, και έλεγαν, άντε «και του χρόνου με αυγό να το κλείσουμε, με αυγό να το ανοίξουμε το στόμα», και εννοούσαν τα κόκκινα πασχαλιάτικα αυγά.

Στην αγορά οι συντεχνίες ή τα σινάφια των επαγγελματιών, την Kαθαροδευτέρα, έβγαζαν μπροστά από τα μαγαζιά τους τραπέζια, έστηναν κι ένα καζάνι με φασολάδα και κερνούσαν τον κάθε περαστικό, ένα κρασάκι, λίγο χαλβά, ελιές, κρεμμυδάκια φρέσκα, καθώς οι ζουρνάδες αντιλαλούσαν τη χασαπιά ή την μπαϊντούσκα. Εδώ διέπρεπαν και οι καλύτεροι χορευτές του Λαγκαδά, που έδειχναν την δεξιότητά τους στο χορό, οι Νικολήδες, ο Παταρόκος, οι Τσομπάνηδες. Παντού θόρυβος και πιστολιές από νεαρούς καουμπόϋδες, ή στα πεζοδρόμια να σκάζουν πατράκες με εκκωφαντικό θόρυβο. Μπροστά στο περίπτερο του Στρατή, του Καραγιοβάνη και του Μαρμούρη, γινόταν χαμός από νεαρούς πιστολέρο που αγόραζαν καψίλια.

Στα σπίτια οι νοικοκυρές ασχολούνταν με τα νηστίσιμα της εβδομάδος, και κρατούσαν ένα κομμάτι ζυμάρι από το ψωμί, και έφτιαχναν την κυρα-σαρακοστή, δηλαδή μια ζυμαρένια κούκλα, χωρίς στόμα, λόγω νηστείας και εφτά πόδια, όσες και οι εβδομάδες της σαρακοστής. Αφού την έψηναν, την κρεμούσαν στο σπίτι και κάθε βδομάδα έσπαναν και ένα πόδι, μέχρι να φτάσουμε στη μεγαλοβδομάδα.

Η δε λαϊκή μούσα, έδινε το δικό της μήνυμα στον απλό λαό τραγουδώντας: «εφτά βδομάδες έκαμα, πουλίμ᾽ να σε φιλήσω, γιατί ήτανε σαρακοστή, να μη ξενομίσω», να μη σε βγάλω δηλαδή, έξω από τον νόμο της νηστείας.

Έτσι απλά, φτωχικά ίσως, αλλά με απίθανο χιούμορ και πολύ χαρά.

Τρύφων Τσομπάνης




 

ALBUM ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΩΝ



Επικοινωνία με lagadas.net
Επιτρέπεται η αναδημοσιεύση του υλικού μόνο με την αναφορά της πηγής © 2010 lagadas.net
design by aksium