Αρχική Σελίδα   |    ΔΗΜΟΣ ΛΑΓΚΑΔΑ    |    ΟΙ ΔΗΜΟΙ    |    ΟΙΚΙΣΜΟΙ    |    ΑΞΙΟΘΕΑΤΑ & ΜΟΥΣΕΙΑ    |    ΣΥΛΛΟΓΟΙ    |    ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ    |    ΑΓΓΕΛΙΕΣ    |    ΔΙΑΦΗΜΙΣΤΕΙΤΕ    |    ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ
08/2/2023 12:57:01













 



Επισκέπτες Online: 541


Λίστα Ενημέρωσης

Συμπληρώστε το email σας για να λαμβάνετε ενημερώσεις.






ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΙΚΑ ΣΗΜΕΙΩΜΑΤΑ - ΘΥΜΗΣΕΣ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΕΣ
30-08-2012
ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΙΚΑ ΣΗΜΕΙΩΜΑΤΑ - ΘΥΜΗΣΕΣ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΕΣ


Ο Ιούλιος και ο Αύγουστος ήταν πάντα ο μήνας της ξεκούρασης, όχι βέβαια για όλους. Όσοι μπορούσαν, και ήταν λίγοι αυτοί, έπαιρναν το τράμ και ξεχύνονταν στις παραλίες της Σαλονίκης, της Περαίας, του Μπαξέ, άλλοι έκαναν τις διακοπές τους στο Σταυρό ταξιδεύοντας με το τραινάκι που περνούσε από τον Λαγκαδά και ακολουθώντας την παραλίμνια διαδρομή, μέσω Ρεντίνας, τα «Μυγδονικά Τέμπη» όπως τα έλεγε ο καθηγητής Ηλίας Γεωργιάδης, ξεφόρτωνε τους επιβάτες του όπου έβρισκαν μέρος, για να στήσουν τα αντίσκηνά τους ή να νοικιάσουν κανένα δωμάτιο. Αυτά βέβαια για όσους είχαν τη βολή τους, οι άλλοι μένανε στον καυτό Λαγκαδά, που τις μέρες τούτες του καλοκαιριού γινότανε ακόμα πιο διακεκαυμένος.

Οι μέρες περνούσαν ήρεμα. Οι πρώτες δέκα πέντε μέρες ήταν αφιερωμένες στο αλώνισμα. Όπου ήταν δύσκολο να πάνε οι πατόζες, όπως έλεγαν τότε τις αλωνιστικές μηχανές, το αλώνισμα γινόταν με το χέρι και το δρεπάνι, μετά το δεμάτιασμα και κατόπιν στο αλώνι με τ’ άλογα ή τα βόδια και τις δοκάνες γινόταν το ξεσπύρισμα του σταριού, ύστερα το λίχνισμα, όταν είχε αέρα, μετά το τσουβάλιασμα και η μεταφορά του σταριού στις αποθήκες ή στο σπίτι. Ήταν ωραία η διαδικασία και η συμμετοχή σ’ αυτήν είχε το γούστο της. Στα κάρα έβαζαν τις κλιμιές (δηλαδή ξύλα που πρόσθεταν ύψος στα παραπέτια του κάρου) και γύρω-γύρω έκλεινε με καλαμωτή, έτσι τοποθετούσαν μέσα τα άχυρα και συνήθως έβαζαν κάποιον να πατάει με τα πόδια του ώστε να γεμίσει καλά το κάρο και βέβαια τα παιδιά δεν έλειπαν από αυτό το παιχνίδι. Όλα αυτά γινόταν στα αλώνια, τα γκερένια όπως τα λέγανε, και στη συνέχεια ξεκινούσαν για το Λαγκαδά, καραβάνια ολόκληρα από κάρα, βοϊδάμαξες, ακόμα και δίτροχα κάρα με γαϊδουράκια, όλα στην υπηρεσία του αλωνισμού. Όσοι είχαν αποθήκες μετέφεραν εκεί τη σοδειά τους, οι άλλοι άδειαζαν ένα δωμάτιο του σπιτιού από τα έπιπλα και έβαζαν το στάρι, μέχρι να έλθει ο καιρός να το πάνε στο μύλο ή στον έμπορο. Το τι παιχνίδια γινόταν μέσα σε κείνα τα δωμάτια, τα γεμάτα με στάρι, δε λέγεται, και παρ’ όλη τη φαγούρα που έφερνε η βουτιά στο στάρι, δεν το βάζαμε κάτω και δώστου πιο βαθειά μέσα στο στάρι.

Άλλοι πάλι τούτο τον καιρό φρόντιζαν τους μπαξέδες τους. Ο Λαγκαδάς ένας απέραντος λαχανόκηπος με κάθε είδος ζαρζαβατικού, τροφοδοτούσε όλη την επαρχία μας με πολύ και καλό προϊόν. Άλλωστε είναι γνωστό το τραγούδι «τρεις ντομάτες Λαγκαδιώτικες κάνουν μιάμισι οκά…», παντού διαλαλούνταν τα Λαγκαδιανά προϊόντα. Στους μπαξέδες η εργασία ήταν στο φόρτε της. Ετοιμάζονταν τα καρίκια, άνοιγαν τα αυλάκια για το πότισμα, ενίσχυαν τα παλούκια για τις ντομάτες, τα καλάμια στις φασολιές, και όταν ερχόταν η ώρα του ποτίσματος, τότε άρχιζε το πανηγύρι για τους μικρούς. Δεν υπήρχε παιδί που να μη μάζευε ψηλά τα παντελόνια του για να τσαλαβουτήξει μέσα στα κρύα νερά, που προσπαθούσαν να χορτάσουν τη δίψα των χωραφιών. Τι πλατσούρισμα, τι χαρά, τι γέλια και φωνές…Τα μοτοράκια αντιλαλούσαν μέσα στον κάμπο και τα τζιτζίκια με τον καύσωνα προσπαθούσαν να παραβγούν με το τραγούδι τους. Κι  ύστερα όταν ο ήλιος ανέβαινε ψηλά και χτυπούσε κατακέφαλα η ζέστη, βάζαμε τα καρπούζια και τα πεπόνια μέσα στα αυλάκια που έτρεχε το κρύο νερό για να παγώσουν και μαζευόμασταν κάτω από το παχύτερο ίσκιο ή τα τσαρδάκια, δηλ.πρόχειρα κιόσκια από καλαμιές, κι άρχιζε η ώρα του φαγητού, αφού άνοιγαν οι υφαντές μισάλες και οι ριγέ υφαντές πετσέτες και απλώνονταν καταγής ό,τι είχε ο καθένας στον τορβά του, ψωμί ζυμωτό, τυρί, ντομάτες, αυγά, αριάνι ή σερμπέτι, δηλ.νερό με ζάχαρη και λίγο ξύδι, κάποιοι βάζανε και σκόρδο, γιατί έδινε δροσιά και δύναμη στους δουλευτάδες. Κι άμα ξαφνικά έπιανε καμιά μπόρα, φεύγαμε κάτω από τα δέντρα, μη και μας χτυπήσει κεραυνός και μέναμε σκυφτοί κάτω από τα κάρα ή τα τσαρδάκια ως να περάσει η βροχή. Την ίδια ώρα στα σπίτια οι γιαγιάδες έβγαζαν σε μια γλάστρα το κόκκινο αυγό του Πάσχα που κρατούσαν στο εικονοστάσι όλο το χρόνο και άναβαν μια λαμπάδα της ανάστασης, που κι αυτή τη φύλαγαν γι’ αυτό το λόγο. Έτσι το ’χαν συνήθειο, να προσεύχονται και να σταυροκοπιούνται «υπέρ ευκρασίας αέρων και καιρών ειρηνικών».

Το βράδυ ο Λαγκαδάς ζούσε σε άλλους ρυθμούς. Έξω από τις αυλόπορτες μαζεμένες παρέες σε κάθε γειτονιά, μια στου Φούρκα, μια στου Πασταρματζή, άλλη στου Σπύρου, πιο πέρα στου Τσαπάρα, στου Ζλατάνου, μαζί κι οι Παπαδιές, φυσικά η Λενκούδα και η Παπαχρήστου, είχαν τις δικές τους παρέες. Όλη η λεγόμενη Μικρά Ελβετία, δηλ. η γειτονιά από την Αγ.Παρασκευή και κάτω, μια απέραντη πασαρέλα, που όποιος περνούσε δεν γλύτωνε από το σχόλιο και την κριτική. Τα βουβάλια και οι αγελάδες γύριζαν μόλις σουρούπωνε από τη βοσκή, με οδηγό τον μπαρμπα-Νικόλα, η ψιλοκουβεντούλα και το μουχαμπέτι πήγαινε σύννεφο κι άμα ήταν κανένας μερακλής σαν τον μπαρμπα-Πασχάλη τον Σπύρου, άκουγες και κανένα τραγούδι: «μπιζέρια βαρέθηκα, με μια γειτόνισσά μου, κάθε πρωί την πόρτα της στέκει και με ρωτάει, που ’σουν εψές λεβέντη μου, που θα ’σαι απόψε βράδι…». Τέτοιες ώρες που ξαπόσταιναν οι πάντες από τον κάματο της ημέρας, διάλεγε και ο ντελάλης του Λαγκαδά, ο Βενιζέλος, να περνάει και να διαλαλεί τις ανακοινώσεις, είτε του Δήμου ή του συνεταιρισμού, ή αν κάποιος έχανε κάτι, κανένα εργαλείο, το άλογό του, έβγαζε ντελάλη για να το βρει, και φυσικά έπεφτε και το ανάλογο μπαξίσι. Και πάνω σε όλα αυτά, να σου κι ο κυρ-Νίκος ο παγωτατζής, σπρώχνοντας το ιδιόμορφο καροτσάκι του να διαλαλεί τις δροσιές του «μπίλ-μπόλ, κοκολίκα, φρίγκο-φράγκο το παγωτό, φρίγκο - φράγκο». Έτσι έπεφτε η νύχτα απαλά και όμορφα. Σε λίγες μέρες το πανηγύρι της αγια - Παρασκευής κι ύστερα της Παναγίας, οι γειτόνισσες θα πρόστρεχαν στην εκκλησιά να βοηθήσουν στην καθαριότητα, να γυαλίσουν τα καντήλια, να βάψουν, να σκουπίσουν, κι ο κυρ-Τάκης ο Αυλατζής ο νεωκόρος, θα ετοίμαζε κάτω στο υπόγειο του ναού τα κεριά, στο μικρό του κηροπλαστείο, κι εμείς έκθαμβοι παρακολουθούσαμε την κηροπλαστική τέχνη του.

Τα βράδια πάντα έσβηνε η μέρα με το σφύριγμα κάποιου μερακλή, που γύριζε αργά στο σπίτι ή με τις καντάδες κάποιων παιδιών που χτυπήθηκαν από τα βέλη της αγάπης κατάστηθα, και τραγουδούσαν γι’ αυτές που ξαγρυπνούσαν πίσω από τις κουρτίνες των παραθυριών τους. Οι φωνές έσμιγαν με τα γέλια των παιδιών, με τα καλαμπούρια, τα μουχαμπέτια, με το τραγούδι των γρύλων ή κάποιου παραπονιάρη γκιώνη, αλλά και τα γέλια κάποιων γειτόνων, που αφού άδειασαν τα κατοσταράκια τους στον καφενέ, τώρα τους έφερναν στο σπίτι αλά μπρατσέτα, γιατί μόνοι τους δεν έβρισκαν το δρόμο. Και στο Λαγκαδά το φαινόμενο αυτό ήταν καθημερινό, ας όψονται τα καλά αμπέλια και το καλό κρασί. Μ’ αυτά και μ’ αυτά περνούσε το καλοκαιράκι και έπιαναν οι πρώτες ψύχρες του φθινοπώρου, που άλλαζαν την κατάσταση ριζικά.

 

Τρύφων Τσομπάνης

 



 

ALBUM ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΩΝ



Επικοινωνία με lagadas.net
Επιτρέπεται η αναδημοσιεύση του υλικού μόνο με την αναφορά της πηγής © 2010 lagadas.net
design by aksium